Λυκούργος (ρήτορας)

Ο Λυκούργος ήταν Αθηναίος πολιτικός και ρήτορας (390 π.Χ.-324 π.Χ.)που συμπεριλαμβάνεται στον «Κανόνα των δέκα αττικών ρητόρων». Οπαδός της αντιμακεδονικής μερίδας και σύμμαχος των μεγάλων ρητόρων Δημοσθένη και Υπερείδη στα πολιτικά θέματα της εποχής του.Καταγόταν από τη διακεκριμένη αθηναϊκή οικογένεια των Ετεοβουταδών και ήταν γιος του Λυκόφρονος. Αρχικά αφοσιώθηκε στη μελέτη της φιλοσοφίας στη σχολή του Πλάτωνα, αργότερα όμως έγινε μαθητής του Ισοκράτη. Εισήλθε στην πολιτική ζωή σε σχετικά μικρή ηλικία.

Στη δεκαετία 350 π.Χ.-340 π.Χ. συντάχτηκε με το αντιμακεδονικό κόμμα στην Αθήνα όπως και ο ρήτορας Δημοσθένης. Γόνος παλιάς αθηναϊκής οικογένειας, ακολούθησε τις αρχές που χαρακτήριζαν τους παλαιούς Αθηναίους: προσήλωση στη θρησκεία και τους θεούς της πόλης, λιτότητα στον ιδιωτικό βίο, αμείλικτη στάση απέναντι σ’ εκείνον που πρόδιδε την πόλη ή παρέβαινε τους καθιερωμένους ηθικούς και πολιτικούς κανόνες. Αντίθετα με τον Υπερείδη, που ήταν γνωστός για τον έκλυτο βίο του, ο Λυκούργος διήγε βίο ασκητικό και από εκει αντλούσε το δικαίωμα να εμφανίζεται συχνά ως διώκτης κάθε παρεκτροπής. Για πολλά χρόνια ο Λυκούργος ήταν ένα είδος ανελέητου τιμωρού μέσα στην πόλη των Αθηνών.[2]

Ανέλαβε ακόμα επί 12 χρόνια (338 π.Χ.-326 π.Χ.) διάφορες διοικητικές θέσεις που είχαν να κάνουν με τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών (ταμίας) καθώς και την ευθύνη για τα δημόσια έργα: επισκεύασε τα τείχη, οικοδόμησε το Παναθηναϊκό Στάδιο[3] για τους αθλητικούς αγώνες, έχτισε ωδείο, φρόντισε να κτιστούν οι νεώσοικοι για τα πολεμικά πλοία, που έφταναν περίπου τα 300. Κατασκευάστηκαν επίσης πολλά όπλα, που φυλάχτηκαν σε σκευοθήκες και στην Ακρόπολη.

Πολλές φορές εμφανιζόταν ως δημόσιος κατήγορος εναντίον διάφορων δημόσιων λειτουργών που είχαν βλάψει τα συμφέροντα της πόλης. Η ευσυνειδησία του στην άσκηση των καθηκόντων του συνέβαλε στην αύξηση των δημοσίων εσόδων στα 1200 τάλαντα. Η δραστηριότητά του και το ενδιαφέρον του για την αύξηση της ασφάλειας και του κύρους της Αθήνας έκαναν τους συμπολίτες του να τον τιμήσουν τόσο, που όταν το 335 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος απαίτησε την παράδοσή του μαζί με άλλους εννέα ηγέτες της αντιμακεδονικής παράταξης, αρνήθηκαν να τον παραδώσουν.

Πολλοί πρόγονοί του κατείχαν ανώτερες ιερατικές θέσεις στην Αθήνα, όπως για παράδειγμα του ιερέα του Ποσειδώνα στο Ερεχθείο και της Αθηνάς Πολιάδος. Ο ίδιος τίμησε ιδιαίτερα το θεό Διόνυσο, φροντίζοντας μέσω των κρατικών αξιωμάτων που είχε να ξαναχτιστεί το Θέατρο του Διονύσου στις παρυφές της Ακρόπολης με πέτρα, από ξύλινη κατασκευή που ήταν μέχρι τότε. Σ’ αυτό επίσης εγκατέστησε και αγάλματα των τριών σημαντικότερων αθηναίων τραγικών ποιητών, του Αισχύλου, του Σοφοκλή (προτομή που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Λατερανού στη Ρώμη) και του Ευριπίδη.[4]Προσπάθησε ακόμα να διαφυλάξει ακέραιο το έργο των τραγικών ποιητών από διάφορες προσθήκες ή διασκευές που έκαναν στο κείμενο κυρίως οι ηθοποιοί. Ο Ψευδο-Πλούταρχος αναφέρει[5] πως ο Λυκούργος, προς τα τέλη της τρίτης δεκαετίας του 4ου π.Χ. αι. (330 π.Χ.), και ενώ είχε την εποπτεία της αθηναϊκής λατρείας, με νόμο-ψήφισμα που πρότεινε ο ίδιος, φρόντισε να συνταχθεί ένα κρατικό αντίγραφο των τραγωδιών και απαγόρευσε στους ηθοποιούς να κάνουν αλλαγές. Πιθανώς εκείνο το επίσημο αντίγραφο του Λυκούργου ήταν το χειρόγραφο, για το όποιο μαθαίνουμε από τον Γαληνό στο Υπόμνημα στις Επιδημίες ότι το απόκτησε από τους Αθηναίους ο Πτολεμαίος Γ’ Ευεργέτης με όχι πολύ τίμια μέσα.

Κείμενα και μετάφραση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: